Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΜΑΣ ΚΟΡΟΙΔΕΥΟΥΝ:Έξοδος από το ευρώ χωρίς ταυτόχρονη έξοδο από την ΕΕ δεν είναι δυνατή.

Ιδού γιατί:

1)Κράτη που είναι μέλη της ΕΕ και είναι στο ευρώ
18 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν υιοθετήσει το ευρώ:

1. ΑΥΣΤΡΙΑ
2. ΒΕΛΓΙΟ
3. ΓΑΛΛΙΑ
4. ΓΕΡΜΑΝΙΑ
5. ΕΛΛΑΔΑ
6. ΕΣΘΟΝΙΑ
7. ΙΡΛΑΝΔΙΑ
8. ΙΣΠΑΝΙΑ
9. ΙΤΑΛΙΑ 10. ΚΥΠΡΟΣ
11. ΛΕΤΟΝΙΑ
12. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ
13. ΜΑΛΤΑ
14. ΟΛΛΑΝΔΙΑ
15. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ
16. ΣΛΟΒΑΚΙΑ
17. ΣΛΟΒΕΝΙΑ
18. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Τα 18 αυτά κράτη έχουν επικυρώσει την Συνθήκη του Μάαστριχτ 1992 χωρίς δήλωση επιφύλαξης σχετικά με το ενιαίο νόμισμα και έχουν επομένως αναλάβει τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από την συνθήκη.

2)Κράτη που είναι μέλη της ΕΕ και ΔΕΝ είναι στο ευρώ
9 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ δεν είναι στο ευρώ. Αυτά υποδιαιρούνται σε 3 ομάδες:

1η ΟΜΑΔΑ: τα κράτη-μέλη που έχουν επικυρώσει το Μάαστριχτ με ρήτρα εξαίρεσης από το ενιαίο νόμισμα
Περιλαμβάνει 2 κράτη: την Μεγάλη Βρετανία και την Δανία, οι οποίες ακολούθησαν διαφορετική διαδικασία για να καταλήξουν στο ίδιο αποτέλεσμα

ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ:

Κατά τις διαπραγματεύσεις του 1991 η βρετανική κυβέρνηση επέβαλε στους εταίρους της :

• Πλήρη εξαίρεση της Βρετανίας από το ενιαίο νόμισμα
• Κι αυτό χωρίς κανένα χρονικό όριο

Θεωρητικά οι υπόλοιπες χώρες- έστω 1- θα μπορούσαν να μπλοκάρουν την συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ αλλά καμία χώρα δεν το τόλμησε προφανώς λόγω αμερικανικού δακτύλου. Έτσι η Μεγάλη Βρετανία επικύρωσε το Μάαστριχτ και νομικά παραμένει στην ΕΕ χωρίς όμως να συμμετέχει ποτέ στο ενιαίο νόμισμα.

ΔΑΝΙΑ:



Η δανική κυβέρνηση έθεσε την συνθήκη του Μάαστριχτ σε δημοψήφισμα το 1992 προς τον δανικό λαό, ο οποίος τελικά την καταψήφισε σε ποσοστό 50,7% με συμμετοχή του 83,1%. Οι αμερικάνοι και οι ευρωπαϊστικοί κύκλοι άσκησαν πιέσεις στην δανική κυβέρνηση, ώστε αυτή να θέσει την συνθήκη εκ νέου σε δημοψήφισμα. Η δανική κυβέρνηση δέχτηκε να διενεργήσει 2ο δημοψήφισμα εφόσον θα λάμβανε από τους εταίρους της τα παρακάτω:

1.μη υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος
2.μη συμμετοχή στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα
3.μη συμμετοχή στην κοινή δικαστική συνεργασία
4.άρνηση της αρχής της «ευρωπαϊκής υπηκοότητας»

Οι υπόλοιποι 14 δέχτηκαν τους όρους και οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν τελικά στην Διακήρυξη του Εδιμβούργου, 11 & 12.12.1992, σύμφωνα με την οποία «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδέχεται τους όρους της Δανίας, οι οποίοι θα εφαρμοστούν αποκλειστικά στην Δανία και σε κανένα άλλο μέλος, παρόν ή μέλλον».

Με την προσθήκη των νομικών επιφυλάξεων που παρέσχε η Διακήρυξη του Εδιμβούργου, η δανική κυβέρνηση προχώρησε σε 2ο δημοψήφισμα το 1993, το οποίο τελικά υπερψήφισε το Μάαστριχτ με ποσοστό 56,7% (αξίζει να σημειωθεί ότι η νίκη του ΝΑΙ εξαπέλυσε κύμα ταραχών – εξαιρετικά ασυνήθιστες στην Δανία- κατά τις οποίες η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών με
αληθινές σφαίρες
).

Υπό την πίεση της Επιτροπής και μετά την εισαγωγή του ευρώ στις διατραπεζικές συναλλαγές από 01.01.1999 , η δανική κυβέρνηση προχώρησε σε 3ο (!!!) δημοψήφισμα το 2000 με το ερώτημα αν εγκρίνουν οι Δανοί πολίτες την 3η Φάση της ΟΝΕ (δηλαδή το ευρώ). Το 53,1% ψήφισε ΟΧΙ εκ νέου στο ευρώ.

2η ΟΜΑΔΑ: τα κράτη-μέλη που έχουν επικυρώσει το Μάαστριχτ χωρίς ρήτρα εξαίρεσης από το ενιαίο νόμισμα αλλά με την επιφύλαξη υιοθέτησής του από ένα μελλοντικό δημοψήφισμα

1 μόνο περίπτωση που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον : η ΣΟΥΗΔΙΑ

Όταν η Σουηδία προσχώρησε στην ΕΕ το 1995, η συνθήκη του Μάαστριχτ είχε τεθεί εν ισχύει (01.12.1993). Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Σουηδία δεν ήταν σε θέση να απαιτήσει ρήτρα εξαίρεσης από το κοινό νόμισμα όπως είχαν κάνει η Βρετανία και η Δανία πριν την θέση εν ισχύει της συνθήκης. Επιπλέον, η Διακήρυξη του Εδιμβούργου ήταν σαφής (….αποκλειστικά για Δανία, για κανένα άλλο μέλος παρόν ή μέλλον…).

Έτσι, η Σουηδία επικύρωσε την συνθήκη του Μάαστριχτ χωρίς δήλωση επιφύλαξης. Από αυστηρά νομικής πλευράς, η Σουηδία δεσμεύτηκε το 1995 να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα αργά ή γρήγορα ό,τι κι αν συμβεί.

Ωστόσο, η σουηδική κυβέρνηση γνώριζε πολύ καλά ότι ο λαός της ήταν αντίθετος με την ιδέα εγκατάλειψης της σουηδικής κορώνας και για να κατευνάσει τα πνεύματα αποφάσισε να μην συμμετέχει στην 1η ομάδα των κρατών που θα υιοθετούσαν το ευρώ το 1999. Αφού έλαβε και την σύμφωνη γνώμη των εταίρων της (σε κάτι που τους παρουσίασε ως αστερίσκο στην διαδικασία) ανήγγειλε ότι θα διενεργούσε δημοψήφισμα αργότερα, όταν το ευρώ θα είχε τεθεί σε κυκλοφορία.

Αυτή η φόρμουλα εμπεριείχε ένα μεγάλο θεσμικό πρόβλημα: τι θα συνέβαινε αν οι Σουηδοί έλεγαν ΟΧΙ, ενώ είχαν ήδη επικυρώσει την συνθήκη; Η σουηδική κυβέρνηση προτίμησε να μην αντιμετωπίσει κατάματα το πρόβλημα και αρκέστηκε στην ελπίδα ότι ο ενθουσιασμός που θα προκαλούσε η κυκλοφορία του ευρώ σε φυσικό νόμισμα στις 11 χώρες, θα επηρέαζε και τους Σουηδούς. Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Οι Σουηδοί απέρριψαν το ευρώ κατά το δημοψήφισμα του 2003 σε ποσοστό 57,3%.

Και αυτό παρά την απίστευτη προπαγάνδα μέχρι εκβιασμού …. υπέρ του ευρώ
(παραδείγματα: η σοσιαλιστική κυβέρνηση έλαβε θέση δημοσίως υπέρ του ευρώ, γεγονός πρωτοφανές για δημοκρατική χώρα, η συμπτωματική δολοφονία της Υπ. Εξ. Άννα Λιντ και κήρυκα του ευρώ 5 μέρες πριν το δημοψήφισμα χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση για να μεταπειστούν οι πολίτες, ο διευθυντής της Έρικσον απείλησε ότι αν η Σουηδία δεν περάσει στο ευρώ , θα απολυθούν 10 χιλιάδες εργαζόμενοι ….)

Έκτοτε, η Σουηδία βρέθηκε σε μια αντιφατική κατάσταση: αφ’ενός νομικά όφειλε να υιοθετήσει το ευρώ, υποχρέωση που απέρρεε από την επικύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ , αφ’ετέρου ο κυρίαρχος λαός εκφράστηκε αντίθετα και την απέρριψε με μεγάλο ποσοστό.

Οι Βρυξέλλες και οι ευρωπαιστές πιέζουν για νέο δημοψήφισμα αλλά με τα καταστροφικά νέα από την ευρωζώνη ιδίως μετά την ελληνική κρίση του 2010 δεν τολμούν καν να το προτείνουν.

3η ΟΜΑΔΑ: τα κράτη-μέλη που έχουν επικυρώσει το Μάαστριχτ χωρίς ρήτρα εξαίρεσης από το ενιαίο νόμισμα αλλά δεν πληρούν ακόμα τα κριτήρια για την υιοθέτηση του ευρώ

1. ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
2. ΟΥΓΓΑΡΙΑ
3. ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ
4. ΠΟΛΩΝΙΑ
5. ΤΣΕΧΙΑ
6. ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Αυτή η καθυστέρηση για τεχνικούς λόγους έχει και τα καλά της. Καθώς φαίνεται , μερικά κράτη – ιδίως η Τσεχία – πληρούν μεν τα κριτήρια εισδοχής αλλά καθυστερούν σκοπίμως να ενταχθούν, όπως η Τσεχία: ενώ είχε ανακοίνωσε αρχικά ότι θα εντασσόταν στην ευρωζώνη το 2012, το 2007 το ανέβαλε για το 2015 αλλά ούτε κι αυτό είναι σίγουρο δεδομένης της καταστροφής των χωρών της ευρωζώνης.

Συμπέρασμα :

Η περίπτωση χωρών όπως η Ελλάδα δεν μπορεί να συγκριθεί μ’εκείνη χωρών που δεν είναι στο ευρώ αλλά είναι στην ΕΕ:

-σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο οι δηλώσεις επιφύλαξης γίνονται ΠΡΙΝ την επικύρωση μιας συνθήκης. Δεν μπορεί κράτος να γυρίσει προς τα πίσω παρά μόνον να καταγγείλει την συνθήκη. Δεν μπορεί για παράδειγμα η Ελλάδα ή η Ισπανία ή η Γαλλία να διακηρύξουν ότι νομικά υιοθετούν την ίδια στάση με την Μεγάλη Βρετανία σχετικά με το ευρώ.

-αντίθετα η Ελλάδα δεν έθεσε καμία επιφύλαξη ΠΡΙΝ την επικύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992. Την επικύρωσε ΜΑΖΙ με την αρχή του ενιαίου νομίσματος και οφείλει ως εκ τούτου να τηρήσει νομικά τις διεθνείς της υποχρεώσεις όπως η Γαλλία, η Γερμανία κλπ. Επιπλέον, η Διακήρυξη του Εδιμβούργου είναι σαφής: δεν επιτρέπει αλλαγές στους όρους σε κανένα άλλο μέλος πλην της Δανίας, ούτε σε σημερινό ούτε σε μελλοντικό μέλος.
-αντίθετα με την Σουηδία και τα 6 κράτη της Ανατολής, η Ελλάδα έχει υιοθετήσει το ευρώ τόσο σε μορφή διατραπεζικών συναλλαγών από το 1999 όσο και σε φυσική μορφή από το 2002.

-η συνθήκη του Μάαστριχτ δεν προβλέπει ρήτρα εξόδου από το ευρώ. Μάλιστα το άρθρο 3Α προβλέπει « αμετάκλητο καθορισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, γεγονός που θα οδηγήσει στην καθιέρωση ενιαίου νομίσματος»

Επομένως, ο μόνο τρόπος εξόδου από το ευρώ είναι η καταγγελία του συνόλου των ευρωπαϊκών συνθηκών βάσει του άρθρου 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Η θέση όσων ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι μέλος της ΕΕ αλλά να μην είναι στο ευρώ είναι:

-νομικά αδύνατη εφόσον η ΣΤΕΕ δεν προβλέπει έξοδο από το ευρώ ούτε μετασχηματισμό του ευρώ σε ένα απλό στάνταρντ ισοτιμιών ή σε κάτι άλλο, γιατί μια τέτοια πρόταση θα προϋπέθετε αλλαγή των όρων των συνθηκών και ως εκ τούτου ΟΜΟΦΩΝΙΑ των 27…..

-πολύ επικίνδυνη τόσο ηθικά όσο και πολιτικά: η παραβίαση ρήτρας συνθήκης με το «έτσι θέλω» σημαίνει παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου.

-παράλογη: αν υποθέσουμε ότι η Ελλάδα αποφασίζει να παραβιάσει την συνθήκη του Μάαστριχτ αποχωρώντας μονομερώς από το ευρώ χωρίς να καταγγείλει προηγουμένως τις συνθήκες, ποίος μπορεί να πιστέψει ότι θα παραμείνει μέλος της ΕΕ σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ή ότι τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης θα το δεχτούν ;

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 50 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ


Ιστορική αναδρομή

Συνέπεια της κατάρρευσης της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε η δημιουργία πολλών εθνών-κρατών στον ευρωπαϊκό χώρο και μαζί και η έννοια της αυτοδιάθεσης των λαών.

Η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών απέκτησε πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στο τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου κατά την σύνταξη της Χάρτας του ΟΗΕ (άρθρο 1 παρ. 2 και 55), ενώ αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Δήλωση για την Χορήγηση Ανεξαρτησίας στις Αποικίες το 1960 καθώς και στα δύο Διεθνή Σύμφωνα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα το 1966 , μετατρέποντας την αυτοδιάθεση των λαών από απλή ηθική αρχή σε δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο.

Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται στο προοίμιο της Σύμβαση της Βιέννης του 1969 περί του δικαίου που θα εφαρμόζεται στις συνθήκες μεταξύ κρατών. Με άλλα λόγια η αρχή της αυτοδιάθεσης είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ρήτρα εξόδου από διεθνή συνθήκη. Επομένως, το διεθνές δίκαιο καθιστά παράνομη την σύνταξη διεθνούς συνθήκης, η οποία δεν περιλαμβάνει ρήτρα εξόδου μέρους απ΄αυτήν.

Οι Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η Συνθήκη της Ρώμης του 1957 (η ιδρυτική συνθήκη ΕΟΚ) παρότι δεν περιελάμβανε ρήτρα εξόδου, δεν ήταν παράνομη εφόσον οι συνθήκες συντάσσονταν βάσει των τότε κανόνων του διεθνούς δικαίου, κάτι που δεν ισχύει όμως με την Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) , η οποία ήταν παράνομη επειδή δεν περιελάμβανε ρήτρα αποχώρησης. Το ίδιο και η Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997, το ίδιο και η Συνθήκη της Νίκαιας του 2000.

Το ‘Ευρωπαϊκό Σύνταγμα’

Το 2004 δίνεται στην δημοσιότητα εν χορδαίς και οργάνοις το προσχέδιο ‘ευρωπαικού συντάγματος’ που επεξεργαζόταν επιτροπή «σοφών» υπό τον Giscard d’ Estaing. Το προσχέδιο ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων όχι μόνο από τον γαλλικό και ολλανδικό που το καταψήφισαν αλλά και από νομικούς – κυρίως βρετανούς και γερμανούς- οι οποίοι συνόψιζαν την κριτική τους σε ένα γεγονός: «πώς είναι δυνατόν μία συνθήκη που αφορά τόσα πολλά κράτη να παραβιάζει τόσο εξόφθαλμα το διεθνές δίκαιο από το πρώτο της άρθρο εφόσον αγνοεί την ρήτρα εξόδου;».

Το τελικό κείμενο της συνθήκης υπεγράφη το 2007 (Συνθήκη της Λισσαβόνας), περιελάμβανε ρήτρα εξόδου αλλά και την σιωπηρή συμφωνία να μην γίνεται ποτέ λόγος γι αυτό. Ακόμα και ο τίτλος που επελέγη, ‘Ευρωπαϊκό Σύνταγμα’, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για ‘σύνταγμα’ αλλά για ‘διεθνή συνθήκη’ πολλών χιλιάδων σελίδων.

Έτσι, το λεγόμενο 'οικοδόμημα της ΕΕ' σήμερα λειτουργεί με βάση δύο συνθήκες που συμπεριλαμβάνουν όλα τα προηγούμενα κεκτημένα: την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία περιλαμβάνει τις βασικές αρχές και την Συνθήκη για την λειτουργία της ΕΕ , που περιλαμβάνει όλες τις λεπτομέρειες και συντάχθηκε έτσι ώστε να μην ενδιαφέρει τον πολύ κόσμο.

Καταγγελία και αποχώρηση

Η συνθήκη της ΕΕ παρέχει, επομένως, την δυνατότητα σε ένα μέλος-κράτος να αποχωρήσει μονομερώς από την ΕΕ σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες επικαλούμενο το άρθρο 50, το οποίο επιπλέον περιγράφει και τον τρόπο:

‘Το κράτος μέλος που αποφασίζει να αποχωρήσει γνωστοποιεί την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Υπό το πρίσμα των προσανατολισμών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Ένωση προβαίνει σε διαπραγματεύσεις και συνάπτει με το εν λόγω κράτος συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρησή του, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο των μελλοντικών του σχέσεων με την Ένωση’.


ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε.ΑΠΟ ΕΔΩ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΦΙΛΟ Θ.ΛΑΣΚΑΡΑΤΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ:Α.Τ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Είναι δυνατόν ένα κράτος-μέλος να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση;