Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Κόκκινος συναγερμός


Η χώρα είναι στο σημείο μηδέν, χωρίς να έχει ένα σχέδιο εκτάκτου ανάγκης – ενώ ένα καταπονημένο πλοίο, χωρίς πυξίδα, σε μία τρικυμισμένη θάλασσα, με έναν αδαή καπετάνιο και με ανίκανο πλήρωμα, σπάνια φτάνει σώο στον προορισμό του

Θλιβερή η συζήτηση στη Βουλή, με πρόσχημα τη διαφθορά και με αιτία τον αποπροσανατολισμό των Πολιτών, από τη νέα φορολογική και εισοδηματική καταιγίδα ύψους 5,4 δις €

Όλοι γνωρίζουμε πως έχουμε υπερβεί το σημείο μηδέν ως χώρα – ότι ο χρόνος που έχουμε πια στη διάθεση μας για να αντιμετωπίσουμε τα οικονομικά μας προβλήματα, στα οποία έχει προστεθεί το μεταναστευτικό, συνοδευόμενο από μεγάλους εθνικούς κινδύνους, είναι ελάχιστος, ίσως μερικοί μήνες.

Εύλογα βέβαια, αφού έχουν περάσει ανεκμετάλλευτα σχεδόν επτά χρόνια – κατά τη διάρκεια των οποίων το δημόσιο χρέος μας κορυφώθηκε, το ιδιωτικό εκτοξεύθηκε στα ύψη, το ΑΕΠ μας υπέστη μία τρομακτική μείωση, η ανεργία μεσουράνησε, οι τράπεζες χρεοκόπησαν και αφελληνίσθηκαν, ενώ χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν ή μετανάστευσαν στο εξωτερικό (78% περισσότερες το πρώτο τρίμηνο του 2016, σχετικά με το αντίστοιχο του 2015!).

Η ντροπή μας ως Έλληνες έγινε μεγαλύτερη, όταν ακούσαμε τις περί διαφθοράς, διαπλοκής και ανικανότητας κατηγορίες του εκάστοτε πολιτικού εναντίον όλων των άλλων – οι οποίες δυστυχώς ήταν όλες σωστές,
οπότε λογικά οι 9 στους 10 Έλληνες κατά την πρόσφατη δημοσκόπηση πιστεύουν ότι, το διεφθαρμένο κράτος υποσκάπτει τα θεμέλια της Δικαιοσύνης.

Περαιτέρω, όταν μία χώρα δεν έχει κάνει απολύτως καμία διαρθρωτική μεταρρύθμιση, ενώ η κυβέρνηση της προσπαθεί να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη μέσω του ελέγχου των ΜΜΕ (η αιτιολογία της δημοπράτησης μόνο τεσσάρων τηλεοπτικών αδειών για να είναι βιώσιμα τα κανάλια είναι ασφαλώς έωλη, αφού τότε θα έπρεπε να νομοθετηθεί κάτι ανάλογο για τα φαρμακεία, για τα σούπερ μάρκετ κοκ., οπότε θα καταλήγαμε σε μία σοβιετικού τύπου οικονομία), δεν μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος πως θα καταφέρει να εκμεταλλευτεί τον ελάχιστο χρόνο που μας απομένει.

Σε μία τέτοια περίπτωση, χάνει κανείς το δίκιο του ακόμη και για θέματα που είναι ξεκάθαρο – όπως για τα προβλήματα που προκαλεί το ευρώ στις οικονομίες των χωρών που το έχουν υιοθετήσει, εάν η Ευρωζώνη δεν ενωθεί πολιτικά και δημοσιονομικά.

Επίσης για το ότι, μετά την κρίση του 2008 και με αφετηρία την Ελλάδα, το ευρώ διαμορφώθηκε από τη Γερμανία, με τη βοήθεια των εκβιασμών της ΕΚΤ, σε μία μορφή διακυβέρνησης, με στόχο την άλωση και κατοχή των εταίρων της – στο νόμισμα των σκλάβων. Τέλος για το αναμφισβήτητο γεγονός, σύμφωνα με το οποίο μία υπερχρεωμένη χώρα είναι αδύνατον να αναπτυχθεί, εάν δεν διαγραφεί ονομαστικά το υπερβάλλον μέρος των χρεών της.

Πώς να προστατεύσει όμως ο μέσος Έλληνας το δίκιο του, όταν συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί του; Όταν ενισχύουν τους ισχυρισμούς των κακόβουλων που θεωρούν ότι, ''η Ελλάδα είναι μεν ένα πάμπλουτο, πανέμορφο κράτος με έναν μοναδικό πολιτισμό, αλλά κατοικείται δυστυχώς από πολλούς νεοέλληνες;''

«Υπάρχουν ακόμη ελπίδες;» θα ερωτούσε ίσως κανείς, κατηγορώντας μας με το δίκιο του ως τρομακτικά απαισιόδοξους. «Πάντοτε υπάρχουν λύσεις», θα απαντούσαμε, «εάν οι κυβερνήσεις που είναι υπεύθυνες να τις αναζητήσουν, καθώς επίσης να τις εφαρμόσουν, ενδιαφέρονται πραγματικά για την πατρίδα και όχι για τη νομή της εξουσίας, διαθέτοντας παράλληλα τις απαιτούμενες ικανότητες».

Όταν όμως η χώρα ευρίσκεται σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού, χωρίς να έχει κάποιο σχέδιο, πόσο μάλλον ένα σχέδιο εκτάκτου ανάγκης, τότε δεν μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος – ούτε φυσικά να κατηγορήσει τους Πολίτες για λανθασμένες εκλογικές επιλογές, αφού οι εναλλακτικές δυνατότητες τους ήταν και είναι ανύπαρκτες, κρίνοντας από τη συζήτηση θλιβερού επιπέδου στη βουλή.

Δυστυχώς ένα καταπονημένο πλοίο, χωρίς πυξίδα, σε μία τρικυμισμένη θάλασσα, με έναν αδαή καπετάνιο και με ανίκανο πλήρωμα, σπάνια φτάνει σώο στον προορισμό του – εκτός εάν έχει το Θεό μαζί του, όπως ελπίζουμε να ισχύει για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει όμως ότι, η μοναδική ελπίδα που μας έχει απομείνει, μετά από επτά χρόνια αποτυχιών, είναι η προσευχή – κάτι που δεν μπορεί να μας καθησυχάσει καθόλου.

Σημείωση: Κατά την πάγια θέση μας για το ευρώ, μία νομισματική ένωση είναι θνησιγενής, εάν προηγηθεί η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, πριν από την πολιτική και δημοσιονομική της ένωση. Η βασική αιτία είναι το ότι, τεκμηριωμένα πλέον, ο μηχανισμός της εσωτερικής υποτίμησης, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις συναλλαγματικές αγορές, όσον αφορά την ισορροπία της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των κρατών – μέσω της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος όταν είναι ελλειμματικά ή της ανατίμησης του όταν είναι πλεονασματικά.

Για παράδειγμα, η ομοσπονδιακή Γερμανία θα είχε προ πολλού διαλυθεί, εάν δεν υπήρχαν οι μεταβιβάσεις χρημάτων, μέσω των οποίων τα ελλείμματα του Βερολίνου καλύπτονται από τα πλεονάσματα του Μονάχου. Επειδή όμως φαίνεται πλέον πως η πολιτική ένωση της Ευρωζώνης δεν αποτελεί στόχο για το σύνολο των κρατών της, αλλά ενδεχομένως μόνο για κάποια από αυτά (πρώην ζώνη του μάρκου), εκτός εάν όλες οι χώρες αποδεχθούν την οικονομική κατοχή της Γερμανίας, τότε θα ήταν καλύτερη η επιστροφή όλων των κρατών μαζί στην προ ευρώ εποχή (ανάλυση) – ενώ καμία χώρα, ειδικά οι υπερχρεωμένες, δεν έχει τη δυνατότητα μονομερούς εξόδου της χωρίς να υποστεί μεγάλες ζημίες.

Όσον αφορά τη μονομερή διαγραφή χρεών με την παράλληλη έξοδο ενός κράτους από την Ευρωζώνη, θεωρούμε πως είναι ουτοπική, αφού κανένας δανειστής δεν θα συμφωνούσε και δεν θα έμενε άπραγος – εκτός εάν είναι πρόθυμο να πάρει το ρίσκο, να πληρώσει το βαρύ τίμημα και να απομονωθεί διεθνώς, υιοθετώντας ένα σύστημα μίας κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας σοβιετικού τύπου (εθνικοποιήσεις τραπεζών, δελτία στα τρόφιμα, φάρμακα και ενέργεια, επιβολή δασμών στις εισαγωγές κοκ.).

Επομένως, η αναστολή πληρωμών εντός της Ευρωζώνης, για να ακολουθήσει η διαπραγμάτευση με τους δανειστές, είναι προτιμότερη – χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι ανώδυνη ή ότι δεν χρειάζεται να έχει έτοιμο ένα εναλλακτικό, βιώσιμο σχέδιο επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, ως διαπραγματευτικό όπλο, καθώς επίσης για ώρα ανάγκης.

Εάν βέβαια προηγηθεί η λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, η οποία ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, θα είναι πλέον πολύ αργά.


ΑΡΘΡΟ 30/3/2016

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ/ΦΩΤΟ:Α.Τ.