Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Η δημοσιογραφία είναι μία κόλαση – μία άβυσσος της αδικίας, των ψεμάτων και της προδοσίας

Οι τέσσερις αδελφές


Από την Αθήνα έως το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη τα ΜΜΕ αναφέρονται πολύ συχνά στα ίδια θέματα, χρησιμοποιώντας παρόμοιο ύφος – γεγονός που θυμίζει ελεγχόμενη ενημέρωση από απολυταρχικά κράτη, με απώτερο στόχο την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση των «λαϊκών μαζών», προς όφελος μίας συνεχώς μικρότερης ελίτ 

«Η δημοσιογραφία είναι μία κόλαση – μία άβυσσος της αδικίας, των ψεμάτων και της προδοσίας» (Balzac, στο «Χαμένες Ουτοπίες»).

Οι ειδήσεις δεν είναι ο τομέας μας, ούτε θέλαμε ποτέ να είναι – επειδή αποτελούν μέρος ενός μηχανισμού προπαγάνδας και χειραγώγησης, τον οποίο φυσικά δεν επιθυμούμε να στηρίζουμε.


Ειδικότερα, σύμφωνα με πολλές έρευνες, το μεγαλύτερο ποσοστό των ειδήσεων στα ΜΜΕ προέρχονται από τέσσερις μόνο παγκόσμιες εταιρείες – από τις «τέσσερις αδελφές» (Reuters, AFP, DPA, AP), οι οποίες έχουν την έδρα τους στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στο Βερολίνο. Λόγω ακριβώς αυτού του γεγονότος, όλα τα ΜΜΕ αναφέρονται περίπου στα ίδια θέματα – διατηρώντας πολύ συχνά τον ίδιο ακριβώς τρόπο γραφής ή γενικότερα ύφους στα κείμενα τους.

Εκτός αυτού οι κυβερνήσεις, ο στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες, χρησιμοποιούν τους συγκεκριμένους διεθνείς οίκους (σε τοπικό επίπεδο συμβαίνει κάτι ανάλογο), ως όχημα και πολλαπλασιαστή των μηνυμάτων που θέλουν να μεταφέρουν – ενώ τα
διατλαντικά δίκτυα των καθιερωμένων δυτικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία θεωρούνται αυθαίρετα ως αξιόπιστα, εγγυώνται πως η επιθυμητή άποψη πολύ δύσκολα αμφισβητείται.

Μία πρόσφατη έρευνα, σχετικά με τις ειδήσεις που αφορούσαν τον πόλεμο της Συρίας, τεκμηρίωσε πως τρεις από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Γερμανίας, καθώς επίσης τρεις της Αυστρίας και της Ελβετίας, στήριζαν το 78% των άρθρων τους στις παραπάνω πηγές – ενώ 0% σε δικές τους αναζητήσεις. Ως εκ τούτου, το 82% όλων των σχολίων και συνεντεύξεων ήταν φιλικές προς τις Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ – ενώ κατηγορούνταν για προπαγάνδα όλες οι αντίθετες αναφορές.

Περαιτέρω, οι διεθνείς αυτοί οίκοι λειτουργούν σχεδόν ανώνυμα, όσον αφορά το «καταναλωτικό κοινό» – ενώ κανένα από τα καθιερωμένα, δήθεν αξιόπιστα ΜΜΕ δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη βοήθεια τους. Ουσιαστικά λοιπόν ενημερωνόμαστε για θέματα που αυτοί επιλέγουν, έτσι όπως οι ίδιοι θέλουν να τα παρουσιάζουν – οπότε είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς ποιοί είναι αυτοί οι οίκοι, από τους οποίους ξεκινάει το ποτάμι της προπαγανδιστικής πληροφόρησης.

Στα πλαίσια αυτά τα εξής:

(α) Ο αμερικανικός οίκος «Associated Press – AP: Απασχολεί 4.000 άτομα παγκοσμίως, με έδρα τη Νέα Υόρκη – ενώ οι ειδήσεις του χρησιμοποιούνται από 12.000 μεγάλα ΜΜΕ, καλύπτοντας καθημερινά περισσότερο από το 50% του παγκοσμίου πληθυσμού.

(β) Ο σχεδόν κρατικός γαλλικός οίκος «Agence France Presse – AFP: Έχει έδρα το Παρίσι και απασχολεί επίσης 4.000 άτομα – στέλνοντας καθημερινά 3.000 ειδήσεις και 2.500 φωτογραφίες σε ΜΜΕ ολόκληρου του πλανήτη.

(γ) Ο πρώην βρετανικός οίκος Reuters: Πρόκειται για μία ιδιωτική εταιρεία που είχε έδρα το Λονδίνο, με 3.000 απασχολουμένους – έως ότου εξαγοράσθηκε το 2008 από τον καναδικό επιχειρηματία Thomson, έναν από τους πλουσιότερους 25 ανθρώπους στον πλανήτη. Έτσι συγχωνεύθηκε στον Thomson-Reuters, με έδρα τη Νέα Υόρκη.

(δ) Ο γερμανικός οίκος «Deutsche Presse Agentur – DPA»: Πρόκειται για μία μικρότερη επιχείρηση, πολύ σημαντική μεν στο γερμανόφωνο χώρο, αλλά με μέτρια επιρροή σε παγκόσμιο επίπεδο. Απασχολεί περί τους 1.000 δημοσιογράφους σε περίπου 100 χώρες, είναι στην ιδιοκτησία των «γερμανών εκδοτών μέσων ενημέρωσης και ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών», ενώ η έδρα της μετά το 2010 είναι στο Βερολίνο, στο κτίριο της Axel Springer.

Συνεχίζοντας υπάρχουν επίσης ορισμένοι μικρότεροι οίκοι αυτού του είδους, δραστηριοποιούμενοι σε εθνικό κυρίως επίπεδο – όπως ο αυστριακός APA με 165 εργαζομένους, ο ελβετικός SDA με 150, το «Αθηναϊκό-Μακεδονικό πρακτορείο ειδήσεων» (ΑΠΕ-ΜΠΕ) κοκ. Συνήθως όμως δεν έχουν δίκτυο ανταποκριτών στο εξωτερικό, οπότε συνεργάζονται με τους μεγάλους οίκους για την παγκόσμια ενημέρωση τους – έχοντας πάρει άδεια για την εμπορία των ειδήσεων που τους παρέχονται. Δεν πουλούν φυσικά μόνο ειδήσεις αλλά, επίσης, έτοιμα άρθρα – ειδικά όταν θέλουν να επηρεάσουν ανάλογα την κοινή γνώμη.


Παρά το ότι τώρα οι διεθνείς οίκοι, εν μέρει επίσης οι τοπικοί, αποτελούν το νευρικό σύστημα της ενημέρωσης, το οποίο ενώνει όλες τις χώρες του πλανήτη, παραμένουν αθέατοι – κυρίως επειδή τα ΜΜΕ δεν ονομάζουν τις πηγές τους, για να μη φανεί πως απλά μεταφέρουν ότι τους μεταφέρεται, χωρίς ουσιαστικά καμία υπευθυνότητα. Εν τούτοις μόνο οι ειδικοί το κατανοούν, αν και όλοι διαπιστώνουν πως ενημερώνονται με έναν πανομοιότυπο τρόπο, όποιο μέσο και αν επιλέξουν – κάτι που δεν αφορά μόνο τα κείμενα αλλά, επίσης, τις εικόνες, τα βίντεο κοκ.

Σε τελική ανάλυση λοιπόν, από την Αθήνα έως το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, τα ΜΜΕ αναφέρονται πολύ συχνά στα ίδια θέματα, χρησιμοποιώντας παρόμοιο ύφος – γεγονός που θυμίζει ελεγχόμενα ΜΜΕ από απολυταρχικά κράτη, με απώτερο στόχο την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση των «λαϊκών μαζών», προς όφελος μίας συνεχώς μικρότερης ελίτ.

Επειδή δε οτιδήποτε άλλο θεωρείται αναξιόπιστο, αφού δεν ταιριάζει με αυτά που μεταδίδονται στις υπόλοιπες χώρες, η επιρροή των τεσσάρων μεγάλων οίκων είναι τεράστια – ενώ τα ΜΜΕ, ειδικά αυτά του ελεύθερου διαδικτύου, τα οποία δεν «αναμασούν» την καταναγκαστική τροφή που τους δίνεται, φιμώνονται συνήθως με διάφορους τρόπους.

Αναλυτικότερα, είτε κατηγορούνται ως διακινητές «θεωριών συνομωσίας», είτε ως αναξιόπιστα – ενώ φυσικά αποκόπτονται μεθοδικά από τη διαφημιστική αγορά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επιβιώσουν. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που επιβλήθηκε η συνήθεια της άνευ κόστους ενημέρωσης από το διαδίκτυο – η οποία στερεί τη δυνατότητα επιβίωσης σε εκείνα τα ΜΜΕ που δεν υπηρετούν δουλικά το παγκόσμιο σύστημα της χειραγώγησης και της προπαγάνδας, χωρίς να εξαιρείται το εκάστοτε εγχώριο.

Εδώ οφείλεται επίσης η αποτυχία να έχουν έσοδα τα διαδικτυακά ΜΜΕ, μέσω συνδρομών των αναγνωστών τους – αφού το internet θεωρείται νομοτελειακά πως πρέπει να προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του. Χωρίς έσοδα από τους αναγνώστες τους λοιπόν, καθώς επίσης αποκομμένα από τη διαφημιστική αγορά, όταν δεν υπηρετούν έμμισθα είτε την οικονομική, είτε την πολιτική εξουσία, κάποια στιγμή παύουν να λειτουργούν – όταν δεν υπερχρεώνονται και δεν πτωχεύουν.

Από την άλλη πλευρά τώρα, ότι δεν μεταδίδουν τα πρακτορεία ειδήσεων, είναι σαν να μην έχει συμβεί – γεγονός που τονίζει τη σημασία τους, όσον αφορά τα γεωπολιτικά θέματα. Για παράδειγμα, στον πόλεμο της Συρίας εντυπωσίασε η αποκάλυψη, σύμφωνα με την οποία τα περισσότερα ΜΜΕ χρησιμοποιούσαν για την ενημέρωση της κοινής γνώμης το «Συριακό Παρατηρητήριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα» – μία εταιρεία του ενός ατόμου, με έδρα το Λονδίνο, η οποία ουσιαστικά μετέδιδε ότι ήθελε (πηγή).

Περαιτέρω, μία από τις μεγαλύτερες παγίδες στις ειδήσεις είναι η αναγραφή της πηγής της, έτσι ώστε να καταστεί de facto αξιόπιστη – όπου ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό διοχετεύονται προπαγανδιστικά μηνύματα κάθε είδους, για τα οποία δεν παίρνει κανείς την ευθύνη, επειδή αναφέρει την πηγή.

Όσο μεγαλύτερο δε είναι το πρακτορείο ειδήσεων ή το εκάστοτε ΜΜΕ, τόσο μικρότερη η κριτική αντιμετώπιση της είδησης – με αποτέλεσμα αυτός που θέλει να διοχετεύσει μία αμφίβολη αναφορά, δεν έχει παρά να τη δώσει σε ένα όχι τόσο σοβαρό πρακτορείο, από το οποίο θα εμφανισθεί αμέσως μετά στα επόμενα, οπότε γίνεται σταδιακά όλο και πιο πιστευτή.

Σε κάθε περίπτωση, όσο περισσότερο μειώνονται τα έσοδα των ΜΜΕ, τόσο πιο πολύ περιορίζουν τις δαπάνες τους, εξαρτώνται από τους τέσσερις μεγάλους οίκους και υπηρετούν δουλικά την εξουσία – κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο για τις ανθρώπινες κοινωνίες, ειδικά όταν δεν κατανοούν πως η ενημέρωση είναι μεν ένα λειτούργημα, αλλά δεν μπορεί να ασκείται χωρίς τη δική τους συνδρομή.


ΠΗΓΗ
ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ/ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΦΩΤΟ:Α.Τ.