Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Υπονομευτικό μείγμα πολιτικής από τον ΣΥΡΙΖΑ


Οι εικασίες και οι ευσεβείς πόθοι πρέπει πάντα να αντιπαραβάλλονται με την πραγματικότητα και κυρίως με την ιστορική διαδρομή, διότι μόνο έτσι μπορούν να ξεφύγουν από τον αμείλικτο νόμο που θέλει η μετατροπή της ανάγκης σε υπεραισιόδοξη προσδοκία να λειτουργεί ως ψευδαίσθηση με καταστροφικές συνέπειες.

Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία τα πρωτογενή πλεονάσματα πρέπει στην χειρότερη των περιπτώσεων να καλύπτουν τους τόκους, ώστε το τμήμα που υπερβαίνει την κάλυψη τους να αποπληρώνει μέρος των χρεολυσίων.

Μόνο σε αυτή την περίπτωση η ετήσια διαχείριση μειώνει το ονομαστικό χρέος, εφόσον δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι αύξησης του.

Στην βάση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η σημερινή κυβέρνηση από το 2018 και μέχρι το 2022 το ύψος των

πρωτογενών πλεονασμάτων θα πρέπει να είναι της τάξεως του 3,5%.

Δηλαδή για μια 5ετια θα πρέπει να εξοικονομεί στην βάση ενός ΑΕΠ της τάξεως των 195 δις €, εάν όλα πάνε καλά, γύρω στα 7 δις € ετησίως .

Πόσο εφικτό είναι κάτι τέτοιο στην βάση των δεδομένων που υπάρχουν στην χώρα μας, στην διεθνή οικονομία, αλλά και στην βάση ανάλογων επιτευγμάτων σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;

Με βάση την ευρωπαϊκή εμπειρία δεν είναι σύνηθες να καταγράφονται υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, το αντίθετο, κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο για 2-3 χρόνια με τις περιπτώσεις να μην ξεπερνούν τις τρεις (Δανία, Κύπρος, Φινλανδία) σε περιβάλλον ευρώ .

Η ιστορική εμπειρία σε επίπεδο χώρας αλλά και Ευρωπαϊκής ένωσης δεν προϊδεάζει για αλλαγές ικανές να μεταβάλλουν την ονομαστική πορεία του δημοσίου χρέους.

Η αισιοδοξία χωρίς ρεαλισμό δεν δίνει λύσεις ούτε ανατρέπει δεδομένα γι’αυτό και θα ήταν καλό να επαναπροσδιορίσουμε τόσο τους στόχους μας όσο και τις δυνητικές μας ικανότητες.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ομιλούμε για πρωτογενή πλεονάσματα ως να είναι κάτι που δεν αγγίζει την οικονομική προοπτική των φυσικών και νομικών προσώπων.

Το εξίσου εντυπωσιακό, η κυβέρνηση να πανηγυρίζει ότι πέτυχε υψηλότερα πλεονάσματα από τους στόχους που είχαν θέσει οι πιστωτές της εν μέσω οριακής αύξησης του ΑΕΠ, διόγκωσης της ανεργίας, αποβιομηχάνισης και συρρίκνωσης της επιχειρηματικότητας.

Πράγματα που χρίζουν ψυχιατρικής ανάλυσης διαφορετικά δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμα.

Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ως αποτέλεσμα της αύξησης των φόρων δεν πρόκειται να έχουν θετικό αντίκτυπο για την οικονομία στο σύνολο της.

Η απομείωση των χρεολυσίων δεν μπορεί να επέλθει μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά μέσω της αύξησης του εγχώριου προϊόντος.

Με την αποδοχή από την κυβέρνηση παρατεταμένων χρονικά υψηλών πλεονασμάτων δημιουργείται το χειρότερο μείγμα πολιτικής.

Ο καλύτερος χαρακτηρισμός θα ήταν αντιαναπτυξιακό μείγμα όμως δεν θα αντικατόπτριζε πλήρως της πραγματικότητα.

Ο χαρακτηρισμός υπονομευτικό μείγμα πιστεύουμε ότι ταιριάζει απόλυτα.

Διότι, πως αλλιώς να χαρακτηρίσεις κάτι που αλλοιώνει την φυσιογνωμία μιας οικονομίας, που μεταβάλει τους όρους της επιχειρηματικότητας που στερεί πόρους από τους παραγωγικούς φορείς.

Η εξυπηρέτηση αλλά και η αποπληρωμή αφού μιλάμε για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα συνεπάγονται μεταφορά εισοδήματος από το σύνολο του πληθυσμού προς τους κατόχους των ομολόγων και των δανείων του ελληνικού χρέους.

Με δεδομένο ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημοσίου χρέους διακρατείται από μη κατοίκους της χώρας θα υπάρξει διαρροή από το εισοδηματικό κύκλωμα από την αφαίμαξη κεφαλαίων.

Αυτό σημαίνει μείωση της παραγωγικής δυνατότητας της οικονομίας μέσω της εκτόπισης των ιδιωτικών επενδύσεων και επιβράδυνση ή και μηδενισμό του ρυθμού σχηματισμού παγίου κεφαλαίου.

Άρα όσοι επιβάλουν υψηλά πλεονάσματα αλλά και όσοι τα αποδέχονται δεν προσφέρουν υπηρεσία στην χώρα αλλά στους κάθε είδους πιστωτές.

Βέβαια ενώ οι προθέσεις όσων τα επιβάλουν είναι ξεκάθαρες εκείνο που δεν δικαιολογείται είναι η ευκολία όσων τα αποδέχονται.

ΠΗΓΗ
ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ/ΦΩΤΟ:Α.Τ.