Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Η ησυχία πριν από τη μεγάλη καταιγίδα



Το μέλλον του πλανήτη στους επόμενους μήνες ίσως δεν κριθεί από την Ευρώπη, τις Η.Π.Α., τον Καναδά, την Αυστραλία ή την Ιαπωνία – αλλά από την Κίνα, η οποία προκάλεσε ήδη δύο σεισμούς στις παγκόσμιες χρηματαγορές τα προηγούμενα χρόνια: τον Αύγουστο του 2015 και τον Ιανουάριο του 2016

Στις αρχές του 2000 ο μεγάλος ασθενής της Ευρωζώνης ήταν η Γερμανία, η οικονομία της οποίας αδυνατούσε να αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα να αυξάνεται επικίνδυνα η ανεργία – κάτι που προσπάθησε να αντιμετωπίσει η ΕΚΤ αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα κράτη, με τη μείωση των βασικών επιτοκίων στο 2% (ανάλυση).

Η ενέργεια της αυτή αποδείχθηκε εντελώς καταστροφική για τις χώρες του Νότου που παρουσίαζαν υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, καθώς επίσης για τη Γαλλία, αποτελώντας την αφετηρία της απώλειας της ανταγωνιστικότητας τους – αφού τα φθηνά χρήματα της κεντρικής τράπεζας πυροδότησαν την άνοδο της επί πιστώσει κατανάλωσης και της αγοράς ακίνητης περιουσίας, εμποδίζοντας τα κράτη να υιοθετήσουν μεταρρυθμίσεις. Αν και αρκετοί λοιπόν ενοχοποιούν μόνο την Ελλάδα, επειδή δεν κατανοούν πόσο σημαντική είναι η νομισματική πολιτική για την οικονομία, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Περαιτέρω, από το 2003 έως το 2005, λόγω της πτώσης των επιτοκίων, η οικονομική ανάπτυξη της Γαλλίας διαμορφώθηκε κατά 1,4% παραπάνω από τη Γερμανία – έχοντας ως αποτέλεσμα την άνοδο των μισθών μεταξύ των ετών 2000 και 2005 κατά 10%. Με την κρίση τώρα του 2008 η οικονομία της Γαλλίας, πολλών άλλων χωρών επίσης, κατέρρευσε – ενώ λόγω των στρεβλώσεων που είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως στην παραγωγή και στους μισθούς, καθώς επίσης εξαιτίας των αυξημένων επεμβάσεων των κυβερνήσεων, η Γαλλία δεν κατάφερε έκτοτε να επανέλθει.

Σήμερα διαπιστώνονται αντίστοιχες εξελίξεις στη Γερμανία, όπου λόγω των μηδενικών επιτοκίων της ΕΚΤ, καθώς επίσης της αύξησης της ρευστότητας, δημιουργούνται φούσκες κυρίως στην αγορά ακινήτων, καθώς επίσης στο χρηματιστήριο της – ενώ μειώνεται συνεχώς η ανταγωνιστικότητα της έχοντας πέσει στη 12η θέση παγκοσμίως (γράφημα), μεταξύ άλλων επειδή δεν διενεργούνται επενδύσεις στο εσωτερικό της.

Με δεδομένο δε το ότι, τα πλεονάσματα του ισοζυγίου της είναι πολύ υψηλά, εξαιτίας του ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις είναι μεγαλύτερες από τις επενδύσεις, υπάρχει μία αντίστοιχη εκροή κεφαλαίων – οπότε θα κινδυνεύσει σε μεγάλο βαθμό, εάν τυχόν ακολουθήσουν αθετήσεις πληρωμών (χρεοκοπίες) όταν ξεσπάσει η επόμενη κρίση. Η πτώχευση πάντως της τρίτης μεγαλύτερης ναυτιλιακής εταιρείας της Γερμανίας (πηγή), δεν είναι ασφαλώς καλός οιωνός για το μέλλον της – ενώ ίσως αιτιολογεί τις κατηγορίες που απηύθυνε ο κ. Σόιμπλε στους Έλληνες εφοπλιστές (άρθρο).

Σε κάθε περίπτωση, επειδή η ΕΚΤ δεν είναι σε θέση να αυξήσει τα επιτόκια της, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη χρεοκοπία πολλές χώρες, κυρίως την Ιταλία αλλά και τη Γαλλία αμέσως μετά, ως αποτέλεσμα της πιστωτικής της έκθεσης στην Ιταλία, η κατάσταση στη Γερμανία θα επιδεινωθεί – οπότε θα αναγκασθεί να καταλάβει πως το ευρώ δεν είναι βιώσιμο, εάν δεν διορθωθούν τα μεγάλα ελαττώματα του, με εναλλακτική λύση την επιστροφή όλων των χωρών της Ευρωζώνης μαζί στα εθνικά τους νομίσματα.

Μπορεί λοιπόν η πρωσική κυβέρνηση της χώρας να θέλει να κυριαρχήσει στην ΕΕ (ανάλυση), αλλά δεν πρόκειται να τα καταφέρει – επειδή οι συνθήκες δεν θα το επιτρέψουν.


Η επόμενη μεγάλη χώρα τώρα που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, όταν την ίδια στιγμή η φούσκα του χρηματιστηρίου της έχει φτάσει στο ζενίθ, είναι οι Η.Π.Α. – στις οποίες ο δημόσιος και ιδιωτικός δανεισμός ευρίσκεται στα ύψη, ενώ το κράτος υποφέρει από πολύ υψηλά δίδυμα ελλείμματα. Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο είναι η συνεχής πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής, μετρούμενη από τον αριθμό των θέσεων εργασίας – οι οποίες έχουν μειωθεί στο 8,48% των συνολικών, αποτελώντας ένα νέο ρεκόρ (γράφημα).

Συνεχίζοντας, με τον Καναδά και την Αυστραλία να βιώνουν τεράστιες φούσκες στην αγορά ακίνητης περιουσίας, όπου μεγάλη επενδυτική εταιρεία στην τελευταία έκλεισε το χαρτοφυλάκιο της και επέστρεψε τα χρήματα στους μετόχους της φοβούμενη ένα ισχυρό κραχ, η Ιαπωνία συνεχίζει το νομισματικό της πείραμα – με αποτέλεσμα στα τέλη Μαΐου ο ισολογισμός της κεντρικής της τράπεζας να έχει υπερβεί για πρώτη φορά στην ιστορία της τα 500 τρις γεν (περί τα 4,3 τρις €).


Παρά το ότι όμως ο ισολογισμός τριπλασιάστηκε, ο πληθωρισμός που είχε θέσει ως στόχο (2%) δεν επετεύχθη – έχοντας πρόσφατα διαμορφωθεί στο 0,3%. Ως ποσοστό τώρα του ΑΕΠ της Ιαπωνίας, ο ισολογισμός της κεντρικής της τράπεζας έχει φτάσει στο 93% – ένα ποσοστό που υπερβαίνει μόνο η Ελβετία, στην οποία πλησιάζει το 120% (γράφημα, μπλε καμπύλη). Αντίθετα, η Fed (πράσινη καμπύλη) μπορεί μεν να έχει «τυπώσει» σχεδόν το ίδιο ποσόν με την Τράπεζα της Ιαπωνίας (4,5 τρις $), αλλά ως ποσοστό επί του ΑΕΠ των Η.Π.Α. είναι μόλις 23% – ενώ ο ισολογισμός της ΕΚΤ έχει αυξηθεί στα 4,2 τρις €, αντιστοιχώντας στο 39% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης.

Περαιτέρω, το 85% των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας της Ιαπωνίας αποτελείται από κρατικά ομόλογα – όπου αγοράζει ετήσια περί τα 80 τρις γεν (680 δις €), έτσι ώστε να διατηρούνται στο μηδέν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια που, εάν αυξάνονταν, θα προκαλούσαν τεράστια προβλήματα στη χώρα. Πρόκειται ασφαλώς για μία πρωτόγνωρη διαδικασία που δεν μπορεί παρά να έχει ημερομηνία λήξης – κάτι που όταν συμβεί δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη καμία οικονομία στον πλανήτη.

Εν τούτοις, το μέλλον του πλανήτη στους επόμενους μήνες μάλλον δεν θα κριθεί από την Ευρώπη, τις Η.Π.Α., τον Καναδά, την Αυστραλία ή την Ιαπωνία – αλλά από την Κίνα, η οποία προκάλεσε ήδη δύο μεγάλους σεισμούς στις παγκόσμιες χρηματαγορές τα προηγούμενα χρόνια: τον Αύγουστο του 2015 και τον Ιανουάριο του 2016. Ειδικά επειδή η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη (πρώτη σε όρους αγοραστικής αξίας του ΑΕΠ της), επιχειρεί σήμερα έναν πολύ ευαίσθητο ελιγμό – με την έννοια πως θέλει να παγώσει το υπερθερμασμένο χρηματοπιστωτικό της σύστημα, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της στο 6,5%.

Οι αγορές βέβαια πιστεύουν πως θα τα καταφέρει η Κίνα, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει (ανάλυση) – ή, τουλάχιστον, πως δεν θα συμβεί κάτι έως τα τέλη του έτους, επειδή το Νοέμβριο θα συγκληθεί το 19ο συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος, όπου ο σημερινός πρόεδρος θα θελήσει να εξασφαλίσει τη δεύτερη εκλογική του θητεία. Πρόκειται όμως για μία υπόθεση που δεν είναι καθόλου σίγουρη, αφού ο ελιγμός που προσπαθεί η ηγεσία της μοιάζει με εγχείριση ανοιχτής καρδιάς – οπότε οι πιθανότητες ατυχήματος είναι πολύ μεγάλες.

Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ πως η Κίνα κατάφερε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, έχοντας ήδη από το ξεκίνημα της δρομολογήσει ένα πρόγραμμα τόνωσης της οικονομίας ύψους 600 δις $ – το οποίο διατέθηκε από τις τράπεζες, καθώς επίσης από τις τοπικές κυβερνήσεις για την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής, όπως δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών υψηλής ταχύτητας, εθνικές οδοί, γέφυρες, εκατοντάδες αεροδρόμια, λιμάνια, συνεδριακά κέντρα, ολόκληρες πόλεις κοκ.

Έτσι η αυξημένη ζήτηση της Κίνας λόγω των έργων υποδομής για σιδηρομετάλλευμα από τη Βραζιλία, λιγνίτη από την Αυστραλία, φυσικό αέριο από τη Ρωσία, πετρέλαιο από τον Καναδά, χαλκό από τη Χιλή, μηχανήματα από τη Γερμανία ή τη Ν. Κορέα κοκ. στήριξε την οικονομία ολόκληρου του πλανήτη – ενώ σήμερα οι υποδομές της να είναι σε άριστη κατάσταση, πολύ καλύτερες από αυτές των Η.Π.Α. Το πρόγραμμα αυτό ωφέλησε επίσης την Κίνα, αυξάνοντας το ΑΕΠ, την παραγωγικότητα της κλπ. – έχοντας δημιουργήσει όμως ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, το οποίο είναι δύσκολο στην επίλυση του: το ότι όλες αυτές οι επενδύσεις χρηματοδοτήθηκαν με δάνεια εκ μέρους των τραπεζών.

Στα πλαίσια αυτά, η αύξηση των συνολικών χρεών στην Κίνα (δημόσιο, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) είναι μοναδική στην ιστορία – έχοντας φτάσει από το 140% του ΑΕΠ το 2008 στο 270%, παρά την αύξηση του ΑΕΠ ή έχοντας γίνει υψηλότερα κατά 23 τρις $. Όπως γνωρίζουμε όμως, η κάθε οικοδομική έκρηξη με δανεικά χρήματα οδηγεί σε υπερβολές, καθώς επίσης σε ανορθολογική κατανομή των κεφαλαίων – αφού συνήθως εγκρίνονται εγχειρήματα που δεν καλύπτουν ποτέ το κόστος τους, όπως συνέβη στις Η.Π.Α., στη Μ. Βρετανία και στην Ισπανία το 2007, στη νότια Ασία και Κορέα το 1997 (ασιατική κρίση), στην Ιαπωνία το 1990 και στις Η.Π.Α. ξανά το 1929.

Ως εκ τούτου εύλογα αναρωτιέται κανείς ποιό είναι το ποσοστό των κόκκινων δανείων στο τραπεζικό σύστημα της Κίνας, πόσα έργα υποδομής είναι οικονομικά άχρηστα, καθώς επίσης εάν παίζει κάποιο ρόλο το ότι, ο τελικός ιδιοκτήτης των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, καθώς επίσης των χρεοκοπημένων τραπεζών είναι το κράτος. Οι απαντήσεις εν προκειμένω είναι μεν δύσκολες, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως ο χρηματοπιστωτικός κύκλος στην Κίνα έχει υπερθερμανθεί – οπότε πρέπει το συντομότερο δυνατόν να «παγώσει», προτού καταστρέψει ολόκληρη τη χώρα. Στα πλαίσια αυτά υπάρχουν δύο σενάρια:

  • (α) Η κυβέρνηση, μετά το συνέδριο του Νοεμβρίου, ακολουθεί το σκληρό δρόμο της εξυγίανσης – κάτι που μακροπρόθεσμα θα ήταν θετικό, αλλά βραχυπρόθεσμα οδυνηρό, αφού θα οδηγούσε σε μία σημαντική μείωση του ρυθμού ανάπτυξης που θα προκαλούσε σοκ στην παγκόσμια οικονομία και στις διεθνείς χρηματαγορές.

  • (β) Η κυβέρνηση αποφασίζει να τονώσει ξανά την ανάπτυξη (φυγή προς τα εμπρός), με ένα επόμενο πρόγραμμα επενδύσεων στις υποδομές – κάτι που βραχυπρόθεσμα θα πυροδοτούσε την άνοδο των χρηματιστηρίων παγκοσμίως, αλλά μακροπρόθεσμα θα οδηγούσε σε μία τέλεια καταιγίδα.

Με δεδομένο δε το ότι, ο οικονομικός ουρανός ολόκληρου του πλανήτη είναι καλυμμένος ήδη με βαριά σύννεφα, η καταιγίδα που θα προκαλούταν από την Κίνα θα είχε τρομακτικά επακόλουθα για όλα ανεξαιρέτως τα κράτη – οπότε λογικά αναρωτιόμαστε εάν η εκκωφαντική ησυχία που επικρατεί σήμερα, είναι ο προάγγελος μία τέτοιας εξέλιξης.